ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΚΥΝΟΥΡΙΑ - ΝΤΙΝΑ ΒΙΤΖΗΛΑΙΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΚΥΝΟΥΡΙΑ - ΝΤΙΝΑ ΒΙΤΖΗΛΑΙΟΥ

31 Αυγούστου 2011

Οικία Κοντορούπη στα Πούλιθρα



Η κατοικία του Μιχάλη Κοντορούπη βρίσκεται στην Πάνω Γειτονιά στα Πούλιθρα
 και χτίστηκε το 1931 από τους περίφημους λαγκαδιανούς μαστόρους. 
Το εσωτερικό είναι διακοσμημένο με περίτεχνες τοιχογραφίες όπως συνηθιζόταν 
στα αρχοντικά εκείνης της εποχής.




 Ακόμη και στις βεράντες του σπιτιού υπάρχουν 
ζωγραφισμένες οροφές.




Το δάπεδο είναι στρωμένο με πανέμορφα
τσιμέντινα πλακάκια



Εκτός από τις οροφές , είναι ζωγραφισμένοι 
και οι περισσότεροι από τους εσωτερικούς τοίχους.










Αντικείμενα του σπιτιού από εκείνα τα χρόνια, 
που οι κληρονόμοι Ηλίας και Κώστας Κοντορούπης 
τα φροντίζουν και τα διατηρούν,
 ώστε να λειτουργούν άψογα μέχρι και σήμερα.







Τα ποτηράκια έχουν έρθει ως αναμνηστικά από την Αμερική. Εκεί διατηρούσε
 ο Μιχάλης Κοντορούπης  μια βιοτεχνία παγωτού με την ονομασία Condax
 και σε αυτά τα ποτηράκια σερβιριζόταν το παγωτό.


21 Αυγούστου 2011

Ο ποιητής Κώστας Ουράνης και το Λεωνίδιο

Φωτογραφία του ποιητή  σε νεαρή ηλικία, που βρίσκεται στο χώρο του σπιτιού του, στο Λεωνίδιο.


Ο Κώστας Ουράνης (πραγματικό όνομα Κώστας Νιάρχος ) γεννήθηκε στην
 Κωνσταντινούπολη το 1890, αλλά τα πρώτα παιδικά και νεανικά του χρόνια,
 τα έζησε στο Λεωνίδιο. Ο πατέρας του Νικόλας Νιάρχος καταγόταν από τη 
Κουνουπιά της Νότιας Κυνουρίας κι η μητέρα του Αγγελική Γιαννούση από το Λεωνίδιο. 


Τα πρώτα του χρόνια στο Λεωνίδιο διαμόρφωσαν και το χαρακτήρα του.
Όλη η ατμόσφαιρα του Λεωνιδίου, τα μελαγχολικά φθινόπωρα, ο κοκκινόβραχος, 
ο κάμπος με τα περιβόλια, η θάλασσα , το άρωμα από τους πορτοκαλεώνες, 
ο Δαφνώνας με τα πλατάνια και τις πικροδάφνες, απέναντι από το σπίτι του,
αλλά και ο συντηρητισμός της κοινωνίας, η θρησκοληψία
και το αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, 
τον επηρέασαν βαθύτατα.




Σε μια επιστολή του προς τον φίλο του ποιητή 
Ναπολέοντα Λαπαθιώτη το 1909,  γράφει..

Λεωνίδιον
                                   
Ναπολέων μου,

Σου γράφω κι είναι νύχτα..
Αντίκρυ απ το παράθυρό μου το τρεμουλιάρικο φως ενός φαναριού
-του μόνου εξοχικού καφενείου του χωριού μου,
 μάταια προσπαθεί να φωτίσει μέσα απ΄τον αδιαπέραστο 
πέπλο της μαύρης νύχτας, τα γύρω σπίτια  που κοιμούνται 
έναν βαρύ ύπνο και το μόνο που κατορθώνει, είναι 
να κάνει ακόμα πιο αμφίβολες τις σκιές των λίγων θαμώνων,
 που ξαπλωμένοι στις καρέκλες των κυτάνε τ΄άστρα
 και προσπαθούν να χωνέψουν το φαί τους, 
με το δροσερό νερό του δίπλα πηγαδιού...
Αλήθεια έτσι και στην ψυχή μου το μικρό γραμματάκι σου, 
κάτι ζητάει να ρίξει παρηγοριά που την γυρεύω
-μα αντίς αυτό με κάνει ακόμα πιο μελαγχολικό ακόμα πιο απαισιόδοξο, 
εδώ πέρα στο χωριό μου με τους ψηλούς του βράχους 
και τις πράσινες φυλλωτές πλατάνες του..






Και σε άλλο σημείο...

"Πνίγομαι εδώ πέρα και θέλω από κάπου να πιαστώ, γιατί μ αρέσει να ζώ.
Ισως αυτό είναι το μόνο που μου αρέσει.."



Αργότερα όμως, στα πρώτα του ποιήματα, γράφει

"Νοσταλγικά τα πράσινα θυμάμαι περιβόλια
και το λευκό σπιτάκι μας στις αχλαδιές κρυμμένο
στα παραθύρια του άνθιζαν βασιλικός και ρόδα
και το μπαλκόνι του ήτανε μ΄αγιόκλημα ζωσμένο.."



Κοντά στο Λεωνίδιο έπληττε και μακριά του το νοσταλγούσε,
οπότε γύρω στο 1937 ήδη ανανωρισμένος και πολυταξιδεμένος
γράφει στην Αθήνα, το ποίημα 


 "Επιστροφή"
Λενίδι όσο τα χρόνια μου περνάνε και γερνάω
σ΄αποζητώ σαν ήρεμο καλόβολο λιμάνι:
-μα τάχα από της νιότης μου τους γνώριμους και φίλους,
πόσοι θα με ξεχάσανε και πόσοι έχουν πεθάνει?

Ως τόσο θάρθω μια γλυκειά του χινοπώρου μέρα
που αργές καμπάνες θα χτυπάν τον άτρεμον αγέρα
και που όλα θάνε σιωπηλά, στοχαστικά και θάναι
οχι ως να υποδέχονται, μα ως να ξεπροβοδάνε.

Πόρτες σπιτιών μισάνοιχτες να βλέπουν ποιός περνάει,
βασιλικοί που ανθίζετε σε κάποια παραθύρια,
η νοσταλγία μου κι εγώ θα΄ρθούμε μιαν ημέρα,
ατσίγγανοι πλανητικοί,να στήσουμε τσαντήρια..

Ναί κάποτες θάρθω κι εγώ από τα πλάνα ξένα
σαν τα καράβια τα παληά,τα θαλασσοδαρμένα:
-μα θάμαι ως οι απόμαχοι-το ξέρω!-καπετάνιοι
που δεν μπορούνε να μην πάν μια μέρα ως το λιμάνι..



Το σπίτι όπου μεγάλωσε 




Στο εσωτερικό του σπιτιού τα ταβάνια είναι περίτεχνα ζωγραφισμένα ,
όπως συνηθιζόταν στα αρχοντικά εκείνης της εποχής.
Το σπίτι είναι ανακαινισμένο και συντηρημένο,
 από τον σημερινό ιδιοκτήτη κ.Νίκο Τροχάνη, ανηψιό του ποιητή,
 τον οποίο και ευχαριστώ που μου επέτρεψε να το φωτογραφίσω.



















Ο Ουράνης έγραψε πολλά και σπουδαία ποιήματα, δοκίμια, διηγήματα 
και μικρές πρόζες ενώ μετέφρασε αρκετά ξένα έργα στα ελληνικά.


Ενα από τα πολύ όμορφα ποιήματά του, είναι αυτό για την αγάπη


Ἡ ἀγάπη

 Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα·
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ,
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.

Θὲ νὰ σοῦ κλείσει ἀπαλά, μὲ τ᾿ ἄσπρα χέρια της τὰ δυό,
τὰ μάτια ποὺ κουράστηκαν στοὺς δρόμους νὰ κοιτᾶνε,
κι ὅταν γελώντας νὰ τῆς πεῖς θὰ σὲ ρωτήσει: «ποιὰ εἶμ᾿ ἐγώ;»
ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὸ σκίρτημα θὰ καταλάβεις ποιά ῾ναι.

Δὲν ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς... Ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ.
Κλειστὰ ὅλα νά ῾ναι, θὰ τὴ δεῖς ἄξαφνα μπρός σου νὰ βρεθεῖ
κι ἀνοίγοντας τὰ μπράτσα της πρώτη θὰ σ᾿ ἀγκαλιάσει.

Εἰδέ, κι ἂν ἔχεις φωτεινό, τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὴ δεχθεῖς,
καὶ σὰν φανεῖ τρέξεις σ᾿ αὐτήν, κι ἐμπρὸς στὰ πόδια της συρθεῖς,
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ, - ἀλλιῶς θὰ προσπεράσει.


Η μεγάλη αγάπη του ποιητή για τα ταξίδια εκπληρωνόταν μέσα από την εργασία του,
 αφού ως ανταποκριτής και δημοσιογράφος μπόρεσε να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. 
Επόμενο ήταν να γράψει και αρκετά ταξιδιωτικά βιβλία.



Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου

Μὴν μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ πεῖς πῶς μ᾿ ἐγκατέλειψεν ἡ ἐλπίδα!
Καθὼς κοιτᾷς τὸν Ταΰγετο, σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα. Καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα. Καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπὸ τὰ δακρυά μου,
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμη πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!



Η εύθραυστη υγεία του  ( έπασχε απο φυματίωση),
τον ταλαιπώρησε πολύ και νοσηλεύτηκε για αρκετά διαστήματα
στο Σανατόριο Παπανικολάου στα Μελίσια της Αττικής,
όπου και  πέθανε το 1953 από ανακοπή καρδιάς.


Λίγο πριν πεθάνει γράφει στα "Τελευταία σχεδιάσματα"
τους παρακάτω στίχους..


Τελευταῖα Σχεδιάσματα
(ἀπόσπασμα...)


Καρπὸ δὲν ἔκοψα κανένα
ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς ζωῆς,
μονάχα μάζεψα ὅ,τι βρῆκα
νά ῾ναι πεσμένο καταγῆς...

...

Τώρα γυρίζω καὶ κοιτάζω
καὶ τὴ ζωὴ ἀναμετρῶ:
-πόσο μεγάλη ἦταν ἡ φόρα,
-πόσο τὸ πήδημα μικρό!








16 Αυγούστου 2011

Πραστός , η ιστορική πρωτεύουσα της Τσακωνιάς



Οι φωτογραφίες είναι από την Θεία Λειτουργία της Πέμπτης 11 Αυγούστου, στα πλαίσια των  εορταστικών εκδηλώσεων για την Κοίμηση της Θεοτόκου.
Η λειτουργία τελέστηκε στα ερείπια του ναού  της Παναγίας, 
που είναι ότι απέμεινε μετά την καταστροφή του Πραστού το 1826 από τον Ιμπραήμ.





 Στο λόφο πλάι στην Παναγία βρίσκεται το καμπαναριό της εκκλησίας,
 όπου υπάρχει ενα όμορφο πλάτωμα με πανοραμική θέα.


Τα τσακώνικα χαλιά στρώθηκαν πάνω στο χώμα για να υποδεχτούν την εικόνα της Παναγίας ,
που οι κάτοικοι του Πραστού, είχαν προλάβει να φυγαδεύσουν στο Λεωνίδιο, 
πριν την επιδρομή του Ιμπραήμ.
Από τότε φυλάσσεται στην εκκλησία της Μητρόπολης του Λεωνιδίου , 
μαζί με το ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας, 
που κι αυτό κατάφεραν να το σώσουν μεταφέροντάς το σε κομμάτια.



Από τον Μεσαίωνα μέχρι και τους προεπαναστατικούς χρόνους, ο Πραστός υπήρξε η παλιά και ιστορική πρωτεύουσα της Τσακωνιάς. Βρίσκεται σε υψόμετρο 750 μ.
και είναι αμφιθεατρικά χτισμένος, σε πλαγιά του Πάρνωνα 
Η επιλογή της θέσης που κτίστηκε, οφειλόταν σε αμυντικούς λόγους για το φόβο των πειρατών. 
Τον 18ο αι. και τα πρώτα χρόνια του 19ου, ο Πραστός βρισκόταν σε μεγάλη ακμή, 
με πληθυσμό που ξεπερνούσε τις 7000 κατοίκους.
Την περίοδο εκείνη ανθούσαν το εμπόριο και η ναυσιπλοΐα και οι εμπορικές σχέσεις του Πραστού είχαν φθάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, τη Ρωσία, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Γαλλία.
Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν συνήθως με σπετσιώτικα και υδραίικα καράβια, 
κυριότεροι μέτοχοι των οποίων ήταν οι Πραστιώτες έμποροι.
Ο Πραστός, λόγω του επικερδούς εμπορίου, είχε αναπτύξει σημαντική οικονομική ισχύ 
και είχε αναδειχθεί σε ιστορική πρωτεύουσα της Τσακωνιάς. 
Οι τρεις συνοικίες του ήταν στολισμένες με ψηλούς πύργους, ωραίες εκκλησίες, υδραγωγεία, επιβλητικά αρχοντικά, τα ερείπια των οποίων μαρτυρούν ακόμη και σήμερα,
τη δύναμη και τη λάμψη του παλιού Πραστού, η οποία έσβησε το 1826 
μετά την πυρπόλησή του από τον Ιμπραήμ.
Οι Πραστιώτες στην προσπάθειά τους να γλυτώσουν απο την καταστροφική έφοδο του Ιμπραήμ κατέφυγαν στο Λεωνίδιο, "τον σίγουρο τόπο", σύμφωνα με τον Θ.Κολοκοτρώνη. 
Εδώ μετέφεραν αρκετά από τα πλούτη τους και έκτισαν τα νέα αρχοντικά τους. 
Μεγάλη και σπουδαία ήταν η συμμετοχή των Πραστιωτών,
 στο ξεκίνημα της επανάστασης του 1821 με επι κεφαλής τον καπετάν Γιωργάκη,
ενώ οι εφοπλιστές (Χατζηπαναγιώτης,Τροχάνης κ.ά) προσέφεραν πολλά πλοία
και χρήματα κατά τη διάρκεια του αγώνα.






 Το παληό σχολείο, έρημο πιά,
τη δεκαετία του ΄60 αριθμούσε περίπου 90 μαθητές


Ο ναός των Ταξιαρχών που κατασκευάστηκε το 1732,
 με πλούσιες τοιχογραφίες και λιθανάγλυφες πλάκες στο δάπεδο.








Ο ΄Αγιος Δημήτριος , μονόκλιτη σταυρεπίστεγη βασιλική με τρούλο, 
του 17ου αιώνα, με αξιόλογες τοιχογραφίες.


 Από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας,
 ο Πραστός είχε αρχίσει να μοιράζεται την σπουδαιότητά  του με το Λεωνίδιο,
που αποτελούσε ήδη τη δεύτερη διαμονή των Πραστιωτών. 
Απόδειξη γι αυτό είναι τα περίφημα αρχοντικά των Τσικαλιώτη, Ευσταθίου, Κατσικογιάννη, Χατζηπαναγιώτη κ.ά  που χρονολογούνται  στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. 
Μετά την καταστροφή του Πραστού από τον Ιμπραήμ, έγινε η οριστική μεταφορά του κέντρου της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της Τσακωνιάς , κυρίως στο Λεωνίδιο.




Ο Πραστός σήμερα κατοικείται από ερείπια που μαρτυρούν τις παλιές του δόξες , 
εξ ού και το τραγούδι της Τσακώνισας που "αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα":
"Πραστέ μου πούν΄ οι πύργοι σου
και πούν΄η αρχοντιά σου!"

Ενα αντιπροσωπευτικό κτίσμα  τσακώνικης αρχιτεκτονικής είναι το αρχοντικό του Μανώλη Καραμάνου , προύχοντα του Πραστού στα τέλη του 18ου αιώνα, 
τα ερείπια του οποίου στέκονται ως μνημείο πλέον, μοναδικό και ιδιαίτερα αξιόλογο.



Αναπαράσταση της όψης του κτιρίου






Ο Πραστός σήμερα  έχει πλέον ερημωθεί και οι κάτοικοί του που έχουν εγκατασταθεί στον κοντινό Αγ.Ανδρέα και το Λεωνίδιο, τον επισκέπτονται για τις διακοπές τους και για τις εορταστικές εκδηλώσεις που κάθε χρόνο οργανώνει με μεγάλη επιτυχία, 
ο πολύ δραστήριος μοναχός της μονής Καρυάς 
και εφημέριος των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του Πραστού, παπά Κύριλλος.

 Εδώ, μια παρέα από Πραστιώτες με επικεφαλής τον παπα Κύριλλο, κουβεντιάζουν 
με πολλές από τις φράσεις τους  στην τσακώνικη διάλεκτο .



Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, ακολούθησε ένα μουσικό ταξίδι
 στη Σμύρνη στην Πόλη και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου 
με την ορχήστρα «Ελλήνων Μελίσματα». 
Συμμετείχε ο Σύλλογος Ελληνικών Χορών & Εθνογραφικών Ερευνών "Ο ΘΥΡΕΑΤΗΣ"






Ο Πραστιώτης δάσκαλος και διευθυντής του Δημοτικού σχολείου Λεωνιδίου,
 κ. Παναγιώτης Τσαγκούρης, συνομιλεί με τον Κερκυραίο στην καταγωγή, παπα Κύριλλο.
 Παρακολουθεί, ο αδελφικός φίλος του Παναγιώτη, ο Γιάννης ο ναυτικός, από τον Πραστό και αυτός.



Πηγή πληροφοριών: "Αρχείον της Τσακωνιάς"